ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΦΕΣΤΙΒΑΛ

Ρωσία — Ελλάδα.
Mαζί δια μέσου των αιώνων.

Το 2016 κηρύχθηκε ως αφιερωματικό έτος ενίσχυσης των πολυμερών σχέσεων μεταξύ της Ρωσικής Ομοσπονδίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Για την έναρξη των αφιερωματικών ετών ανακοίνωσαν ο Προέδρος της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν και ο Προέδρος της Ελλάδας Προκόπης Παυλόπουλος σε συνάντηση στις 15 Ιανουαρίου 2016. Ο Πρόεδρος της Ρωσίας σημείωσε ότι η Ελλάδα είναι μια φιλική χώρα με την οποία η Ρωσία συνδέεται με μοναδικούς ιστορικούς δεσμούς.

Οι κυβερνήσεις των δύο χωρών έχουν ετοιμάσει εκτεταμένα προγράμματα στους τομείς του πολιτισμού, της τέχνης, του αθλητισμού, των επιστημών, των προγραμμάτων ανταλλαγής νέων, της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας στη Ρωσία και της ρωσικής γλώσσας στην Ελλάδα.

Στα πλαίσια του αφιερωματικού έτους στην Κέρκυρα πραγματοποιήθηκε το πρώτο Διεθνές φιλανθρωπικό φεστιβάλ χριστιανικού πολιτισμού «Ρωσία-Ελλάδα. Μαζί δια μέσου των αιώνων». Το φεστιβάλ έχει γίνει ένα σημαντικό πολιτιστικό γεγονός που συμβάλλει στην ενίσχυση της φιλίας, της αμοιβαίας κατανόησης και στην επέκταση της συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών.


»
ΤΑΙΝΙΑ
Ρωσία — Ελλάδα «Mαζί δια μέσου των αιώνων»
«Ρωσία — Ελλάδα. Mαζί δια μέσου των αιώνων»
Ντοκιμαντέρ

»
MΑΖΙ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ
Η φιλία μεταξύ των λαών της Ρωσίας και της Ελλάδας υπάρχει πριν από πολλούς αιώνες.
Στην περιοχή της Βόρειας ακτής της Μαύρης Θάλασσας οι Έλληνες εγκαταστάθηκαν τον 6ο-5ο αιώνα προ Χριστού.

Σύγχρονες πόλεις που στέκονται στην περιοχή των πρώτων ελληνικών οικισμών όπως η Φεοδοσία, η Ευπατορία, η Σεβαστούπολη φέρουν ελληνικά ονόματα.

Το 957 η Πριγκίπισσα Όλγα που κυβερνούσε το Αρχαίο Ρωσικό Κράτος επισκέφθηκε την πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και αποδέχτηκε τη χριστιανική πίστη. Το 988 ο εγγονός της πρίγκιπας Βλαντιμίρ Σβιατοσλάβοβιτς βάπτισε την Αρχαία Ρωσία, βάζοντας μία νέα βάση στην συνεχώς επεκτεινόμενη επικοινωνία μεταξύ των Ελλήνων και των Σλάβων.

Έχοντας ως τροφό την ελληνική πηγή, γεννήθηκαν: η ρωσική εκκλησιαστική τέχνη, η φιλοσοφική και θεολογική σκέψη. Τα ονόματα πολλών Ελλήνων οι οποίοι εργάστηκαν σε ρωσικό έδαφος έχουν γίνει αναπόσπαστο μέρος του εθνικού πολιτισμού: Ο Θεοφάνης ο Έλληνας - Ρώσος αγιογράφος, Ο Μάξιμος ο Γραικός - Ρώσος Άγιος, φιλόσοφος και επιστήμονας, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης - Ρώσος στρατηγός.

Τα αδέλφια από τη Θεσσαλονίκη, Άγιοι Ισαπόστολοι Κύριλλος και Μεθόδιος δημιούργησαν το σλαβικό αλφάβητο και αρχαία εκκλησιαστική σλαβονική γλώσσα. Τα Ευαγγέλια και τα λειτουργικά κείμενα μεταφράστηκαν λέξη προς λέξη στη σλαβική γλώσσα. Η αρχαία εκκλησιαστική σλαβική γλώσσα για πολλούς αιώνες έχει γίνει όχι μόνο η γλώσσα της λατρείας αλλά η γλώσσα της επιστήμης και της ρωσικής λογοτεχνίας.

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 και την εγκαθίδρυση της οθωμανικής κυριαρχίας στην Ελλάδα χιλιάδες Έλληνες αναζήτησαν καταφύγιο από τη σκληρή δίωξη με φυγή προς τη Ρωσία. Λίγες δεκαετίες αργότερα στη Μόσχα εμφανίστηκε ένας ελληνικός οικισμός. Στα μέσα του 17ου αιώνα στους Έλληνες μοναχούς οι οποίοι έφεραν στη Μόσχα ένα αντίγραφο της θαυματουργικής εικόνας της Παναγίας Πορταϊτίσσης της Ιεράς Μονής Ιβήρων παραχωρήθηκε η Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου στην Κιτάι-γόροντ.

Έλληνες επιστήμονες και θεολόγοι οι αδελφοί Ιωαννίκιος και Σωφρόνιος Λειχούδη ήταν οι πρώτοι δάσκαλοι της μόλις δημιουργημένης στη Μόσχα Σλάβο-έλληνο-λατινικής Ακαδημίας - του πρώτου ανώτερου εκπαιδευτικού ιδρύματος στη Ρωσία το οποίο άνοιξε το 1687. Οι απόφοιτοι της Ακαδημίας ήταν εξαιρετικές προσωπικότητες της επιστήμης, του κράτους, της διπλωματίας, της εκκλησίας, της τέχνης και του πολιτισμού. Μεταξύ αυτών: μεγάλος λόγιος και εγκυκλοπαιδιστής Μιχαήλ Λομονόσοφ, μαθηματικός Λεόντιος Μαγνίτσκι, ο πρώτος Ρώσος διδάκτωρ ιατρικής Πέτρος Πόστνικοφ, αρχιτέκτονας Βασίλειος Μπαζένοφ και πολλοί άλλοι.

Το 1755 το θεολογικό τμήμα της Ακαδημίας έχει διατεθεί σε ένα ξεχωριστό ίδρυμα γνωστό σήμερα ως Θεολογική Ακαδημία της Μόσχας - ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και στην ίδια την Ακαδημία δόθηκε η ονομασία του Πανεπιστημίου της Μόσχας.

Πολυάριθμες Έλληνες λόγιοι, μοναχοί, ιερείς και μεταφραστές των πνευματικών βιβλίων όχι μόνο βοηθούσαν στους Ρώσους για να απορροφήσουν το βυζαντινό πολιτισμό αλλά συχνά έπαιζαν σημαντικό ρόλο στη ζωή του Ρωσικού Κράτους. Πολύ σημαντική από αυτή την άποψη είναι η ζωή του Ιωάννη Καποδίστρια.

Ο Ιωάννης γεννήθηκε στην Κέρκυρα στις 11 Φεβρουαρίου 1776. Μετά την αποφοίτησή του από τη φιλοσοφία και την ιατρική εισήλθε στη διπλωματική υπηρεσία. Μετά την απελευθέρωση της Κέρκυρας από τα γαλλικά στρατεύματα από τον ναύαρχο Ουσακώφ το 1799 εργάστηκε ως επικεφαλής γιατρός του ρωσικού στρατιωτικού νοσοκομείου στην Κέρκυρα. Το 1800 κατόπιν πρότασης του Θεοδώρου Ουσακώφ έγινε γραμματέας του νομοθετικού συμβουλίου της Δημοκρατίας των Ιονίων Νήσων.

Αφού τα Ιόνια νησιά υποχώρησαν στη Γαλλία ο νέος πολιτικός εισήλθε στη ρωσική υπηρεσία και από το 1816 έως το 1822 ήταν ο Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Μετά τη συνταξιοδότησή του για λόγους υγείας το 1827 ο Ιωάννης Καποδίστριας εξελέγη κυβερνήτης της Ελλάδας για 7 χρόνια.

Ένας από τους κεντρικούς δρόμους της ελληνικής πρωτεύουσας – Η λεωφόρος της Βασίλισσας Όλγας- φέρνει το όνομα της Μεγάλης Πριγκίπισσας Όλγας του Κωνσταντίνου Ρωμανόφ, της εγγονής του αυτοκράτορα Νικολάου Α', κόρης του γιου του Κωνσταντίνου Νικολάγιεβιτς και της Αλεξάνδρας Ιωσήφοβνι. Η Πριγκίπισσα Όλγα είναι η γιαγιά του πρίγκιπα Φιλίππου, του Δούκα του Εδιμβούργου - του συζύγου της Βασίλισσας της Μεγάλης Βρετανίας, της Βόρειας Ιρλανδίας και της Κοινοπολιτείας - Ελισάβετ Β '.

Όπως όλα τα παιδιά στην οικογένεια του Μεγάλου Πρίγκιπα Κωνσταντίνου η Όλγα ανατράφηκε στην Ορθοδοξία, έλαβε μια άριστη εκπαίδευση, ήξερε αρκετές γλώσσες. Η Μεγάλη Πριγκίπισσα Όλγα παντρεύτηκε με τον Βασιλιά της Ελλάδας τον Γιώργο Α' και έγινε Βασίλισσα της Ελλάδας.

Είναι αδύνατον να βρεθεί ένας άλλος λαός του οποίου οι μοίρες είναι τόσο στενά συνδεδεμένες με τη μοίρα του ρωσικού λαού. Για πολλούς αιώνες, ενωμένοι με μια θρησκεία και κοινές πολιτιστικές παραδόσεις, οι λαοί της Ρωσίας και της Ελλάδας υποστήριζονταν ο ένας τον άλλο στον αγώνα για ελευθερία και ανεξαρτησία.

Από την αρχή του Ρωσικού Κράτους το οποίο άρχισε να παίρνει τη μορφή του στην Κιεβινή Ρωσία και μέχρι σήμερα η αμοιβαία αλληλοϋποστήριξη και οι πολιτιστικές σχέσεις του ρωσικού και του ελληνικού λαού δεν έχουν διακοπεί και συνεχίζουν να εξελίσσονται μέχρι σήμερα.

ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ
Δεν είναι τυχαίο ότι το Διεθνές φιλανθρωπικό φεστιβάλ χριστιανικού πολιτισμού «Ρωσία-Ελλάδα. Μαζί δια μέσου των αιώνων» πραγματοποιείται την ημέρα της μνήμης του Αγίου Σπυρίδωνα.
Ο Άγιος Σπυρίδωναςείναι είναι ένας από τους πιο σεβαστούς αγίους στη Ρωσία. Για πολλούς έγινε «των θλιβομένων παρηγορητής», «των ορφανών υπερασπιστής», «των εν ασθενείες γιατρός», «των εν τις περιστάσεις βοηθός». Προς τιμή του στη Ρωσία έχτιζαν ναούς, αγιογραφούσαν εικόνες, σε αυτόν απευθύνονταν με προσευχές και παρακλήσεις.

Ο ρωσικός λαός θυμάται και λέει από στόμα σε στόμα τις πολλές περιστάσεις θαυμαστής βοήθειας και αντιλήψεως του Αγίου. Μία από αυτές τις περιστάσεις συνέβη το 1552, κατά τη διάρκεια της τρίτης εκστρατείας στο Καζάν του Ιβάν του Τρομερού (οι δύο πρώτες εκστρατείες του κατά του Χανάτου του Καζάν ήταν ανεπιτυχείς).

Στο δρόμο από τη Μόσχα στον Τσάρο Ιωάννη Βασίλειβιτς Τρομερό εμφανίστηκε ο Άγιος Σπυρίδωνας του Τριμυθούντος. Ο Άγιος πνευματικά ενίσχυσε τον Τσάρο στην απόφασή του να απελευθερώσει από τους τατάρους περίπου 800.000 ρώσους που έγιναν σκλάβοι κατά τη διάρκεια ληστειών και επιδρομών στα ρωσικά εδάφη. Με τη βοήθεια του Αγίου Σπυρίδωνος η έφοδος κατα του Καζάν έγινε επιτυχής και έθεσε τέλος στην ύπαρξη του Χανάτου του Καζάν. Μετά τη νίκη του ρωσικού στρατού στον τόπο θαυμαστής εμφάνισης του Αγίου ο Τσάρος έχτισε το μοναστήρι προς τιμή του Αγίου Σπυρίδωνος.

»
Η ΕΦΟΔΟΣ ΤΟΥ ΙΖΜΑΗΛ
Ο Αλέξανδρος Βασίλιεβιτς Σουβόροφ
Ένα άλλο θαύμα έγινε το 1790. Δεν επιθυμώντας να συμφωνήσει με τα αποτελέσματα του ρωσο-τουρκικού πολέμου του 1768-1774, τον Ιούλιο 1787 η Τουρκία απαίτησε κατηγορηματικά απο την Ρωσία να επιστραφεί η Κριμαία, την άρνηση της προστασίας της Γεωργίας και τη συμφωνία για τον έλεγχο των ρωσικών εμπορικών πλοίων που διέρχονταν από τα Στενά. Λόγω του ότι δεν της έχει δοθεί το σύμφωνο για αυτό, η τουρκική κυβέρνηση κήρυξε πόλεμο ενάντια της Ρωσίας.

Τα ρωσικά στρατεύματα υπό τις διαταγές του Αλεξάνδρου Σουβόροφ και του Πρίγκιπα Γρηγορίου Ποτέμκιν-Ταυρίδας είχαν μια σειρά από λαμπρές νίκες κατά των Τούρκων, αλλά ο αντίπαλος δεν συμφωνούσε να δεχτεί τους όρους για τη σύναψη της συνθήκης ειρήνης. Τότε αποφάσισαν με την έφοδο να πάρουν το φρούριο του Δούναβη – το Ιζμαήλ. Στο φρούριο Ιζμαήλ βρίσκονταν 35 χιλιάδες στρατιώτες υπό τις διαταγές του αρχηγόυ του τουρκικού στρατού του Αϊντζολί-Μουχαμάντ-Πασά. Ο στρατός του Σουβόροφ αριθμούσε 31 χιλιάδες στρατιώτες.

Μετά από μια προσεκτική επιθεώρηση του φρουρίου τα συμπέρασμα του Σουβόροφ ήταν απογοητευτικά: "Το φρούριο χωρίς ελαττώματα". Ωστόσο, ξεκινώντας την προετοιμασία της επίθεσης, ο Αλέξανδρος Βασίλιεβιτς είπε: «Σήμερα προσευχόμαστε, αύριο μαθαίνουμε, μεθαύριο - ή η νίκη ή ο θάνατος!».

Πριν από την έναρξη της μάχης ο Σουβόροφ προσπάθησε να κάνει τα πάντα για να αποφύγει την αιματοχυσία. Στις 7 Δεκεμβρίου 1790 στον διοικητή του Ιζμαήλ εστάλη τελεσίγραφο με απαίτηση να παραδοθεί το φρούριο. Στο τελεσίγραφο δόθηκε απάντηση: «Μάλλον ο Δούναβης θα στραφεί προς τα πίσω και ο ουρανός θα πέσει στη γη παρά να παραδοθεί το Ιζμαήλ». Στις 11 Δεκεμβρίου στις 5:30 το πρωί ξεκίνησε η έφοδος. Μέχρι τις 8 το πρωί όλες οι τουρκικές οχυρώσεις καταλήφθηκαν από ρωσικά στρατεύματα, η αντίσταση στους δρόμους της πόλης συνέχισε μέχρι τις 4 μ.μ. Οι τουρκικές απώλειες ανήλθαν σε 29.000 στρατιώτες που σκοτώθηκαν. Οι απώλειες του ρωσικού στρατού ανήλθαν σε 4.000 στρατιώτες που σκοτώθηκαν και 6.000 τραυματίες.

Καταπληκτική από τη στρατιωτική άποψη έφοδος έληξε με θρίαμβο όταν σύμφωνα με το εκκλησιαστικό υπολογισμό του χρόνου ήδη άρχισε η επόμενη ημέρα - 12 Δεκεμβρίου, ημέρα μνήμης του Αγίου Σπυρίδωνος. Για αυτό το τζάμι στο Ιζμαήλ το βράδυ μετατράπηκε σε ορθόδοξη εκκλησία, αφιερωμένη στον Άγιο Σπυρίδωνα τον Θαυματουργό, στην οποία και τελέστηκε ευχαριστήρια παράκληση.

Η κατάκτηση του Ιζμαήλ είχε σημαντική επίδραση στην περαιτέρω πορεία του πολέμου και στην σύναψη της συνθήκης ειρήνης το 1792 μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας.

»
Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ
Ο Θεόδωρος Φιόντοροβιτς Ουσακώφ απελευθέρωσε από τα γαλλικά στρατεύματα οχυρωμένο φρούριο της Κέρκυρας.
Η ακόλουθη ιστορία έγινε το 1799. Ένα από τα στάδια της επιθετικής πολιτικής της Γαλλίας στα τέλη του 18ου αιώνα ήταν η κατάληψη των Ιονίων Νήσων. Το 1797 τα επαναστατικά στρατεύματα της Γαλλίας έδιωξαν τους Βενετούς από την Κέρκυρα. Ο αυτοκράτορας Παύλος Α' ο οποίος τιμούσε πολύ τον Άγιο Σπυρίδωνα ως προστάτη του μεγαλύτερου γιου του του Αλεξάντρου Πάβλοβιτς (γεννήθηκε 12 Δεκεμβρίου του 1777) αποφάσισε να απελευθερώσει από τους κατακτητές τη νήσο Κέρκυρα.

Ο αυτοκράτορας Παύλος Α' μπήκε σε συμμαχία με τον πρόσφατηο εχθρό του την Τουρκία και μέσω του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων στη Μεσόγειο Θάλασσα στάλθηκε ενωμένοι μοίρα υπό τις διαταγές του αντιναυάρχου Ουσακώφ.

Πρώτα απ 'όλα με τη βοήθεια των μικρών στρατευμάτων είχε διαδώσει μεταξύ των κατοίκων των νησιών μια έκκληση με την οποία αντιναύαρχος κάλεσε ορθόδοξους Έλληνες να βοηθούν το συμμαχικό στόλο στην «ανατροπή του αφόρητου ζυγού» των αθέων Γάλλων. Η απάντηση στην έκκληση ήταν - η παντού ένοπλη βοήθεια του πληθυσμού, εμπνευσμένου από την άφιξη της ρωσικής μοίρας.

Από την 1 Οκτωβρίου έως 1 Νοεμβρίου 1798 οι γαλλικές φρουρές, αφού έχασαν 1500 στρατιώτες σκοτωμένος, τραυματισμένος και αιχμάλωτους, εκδιώχθηκαν από τα νησιά Κύθηρα, Ζάκυνθος, Κεφαλονιά και Αγία Μαύρη. Έμεινε να απελευθερωθεί το μεγαλύτερο και καλά οχυρωμένο νησί του αρχιπελάγους – η Κέρκυρα.

Η έφοδος ξεκίνησε στις 7 το πρωί στις 18 Φεβρουαρίου 1799 από το νησί Βίδο. Το αποτέλεσμα του τετραήμερου βομβαρδισμού ήταν το ότι και οι πέντε παράκτιες πυροβολαρχίες του νησιού είχαν κατασταλεί. Στις 11 το βράδυ στο Βίδο αποβιβάστηκε το άγημα συνολικού αριθμού 2160 στρατιώτες. Μέχρι τις 2 το μεσημέρι μετά από δίωρη μάχη το νησί είχε καταληφθεί.

Μετά την πτώση του Βίδο το κλειδί για την Κέρκυρα ήταν στα χέρια του Ουσακώφ. Οι ρωσικές πυροβολαρχίες που εγκαταστάθηκαν στο νησί άρχισαν να πυροβολούν τις οχυρώσεις του Νέου και του Παλαιού Φρουρίων. Τους υποστήριξαν και οι πυροβολαρχίες που βρίσκονταν κοντά στο χωριό Μαντούκκιο από το λόφο του Αγίου Παντελεήμονος και τα κοντινά πλοία.

Οι Αλβανοί πήγαν να καταλάβουν τον προμαχώνα του Αγίου Ροχ αλλά αποκρούστηκαν. Η επανειλημμένη έφοδος των ρωσο-τουρκικών δυνάμεων ανάγκασε τους Γάλλους να κλείσουν τα κανόνια, να τινάξουν κελάρια με πυρίτιδα υποχωρώντας στο οχυρό του Αγίου Σαλβαδόρου. Αλλά οι Ρώσοι εισέβαλαν στον προμαχώνα και μετά από μισή ώρα σκληρής μάχης επίσης τον κατέλαβαν. Μετά από λίγο το τελευταίο βασικό φυλάκιο του Νέου Φρουρίου - το οχυρό του Αγίου Αβραάμ έπεσε μετά τη σκληρή έφοδο.

Στις 19 Φεβρουαρίου ορίστηκε η έφοδος του Παλαιού και του Νέων Φρουρίων αλλά το πρωί οι Γάλλοι έστειλαν τους εκπροσώπους τους με παράκληση να παραδοθούν. Μετά τις διαπραγματεύσεις στις 20 Φεβρουαρίου 1799 έγινε αποδεκτή η τιμητική τους παράδοση. Σύμφωνα με τους όρους οι Γάλλοι είχαν τη δυνατότητα να εγκαταλείψουν το νησί με την υπόσχεση να μην συμμετέχουν σε εχθροπραξίες για 18 μήνες.

Την επόμενη μέρα ο ναύαρχος Ουσακώφ συνοδευόμενος από κυβερνήτες των ρωσικών πλοίων κατέβηκε στην ξηρά για να τελέσει μια ευχαριστήρια παράκληση. Οι κάτοικοι του νησιού έκαναν για τον Θεόδωρο Φιόντοροβιτς Ουσακώφ και τους συντρόφους του την πιο εγκάρδια υποδοχή. Ρώσοι ναύτες, περικυκλωμένοι από το πλήθος που πανηγύριζε, με την κρούση των καμπάνων, με τους συνεχείς πυροβολισμούς των ντόπιων κατοίκων, ήρθαν στο Καθεδρικό Ναό του Αγίου Σπυρίδωνα όπου τελέστηκε η παράκληση. 27 Μαρτίου την πρώτη ημέρα του Αγίου Πάσχα ο ναύαρχος Ουσακώφ κάλεσε τους κληρικούς να τελέσουν μια λιτανεία με τα λειψανα του Αγίου Σπυρίδωνος. Οι άνθρωποι συγκεντρώθηκαν από όλα τα χωριά και από τα κοντινά νησιά. Κατά την περιφορά των ιερών λειψάνων από την εκκλησία τα ρωσικά στρατεύματα τοποθετήθηκαν και στις δύο πλευρές του δρόμου στον οποίο γινόταν η πομπή. Το ιερόν σκήνωμα με τα λείψανα του Αγίου κρατούσαν ο ναύαρχος, οι αξιωματικοί του και τα πρώτα πρόσωπα της πόλης. Έγινε η περιφορά των λειψάνων του Αγίου γύρω από τους τοίχους της πόλης συνοδευόμενη από τους πυροβολισμούς από τα ντουφέκια και τα κανόνια. Όλη τη νύχτα η πόλη πανηγύριζε ασταμάτητα.